ναύλο


ναύλο
[навло] ουσ. о. плата за проезд, плата за перевоз,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ναύλο" в других словарях:

  • άναυλος — (I) ἄναυλος, ον (Α) [αυλός] 1. (για τραγούδι) εκείνο που δεν συνοδεύεται από αυλό 2. εκείνος που δεν παίζει αυλό 3. άμουσος, ακαλλιέργητος μουσικά. (II) η, ο [ναύλος] 1. χωρίς ναύλο, χωρίς να πληρωθεί ή να πληρώσει ναύλο 2. αυτός που έφυγε… …   Dictionary of Greek

  • ναυλολογώ — ναυλολογῶ, έω (Α) απαιτώ τον ναύλο, συγκεντρώνω τον ναύλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ναῦλος / ναῦλον + λογῶ*] …   Dictionary of Greek

  • αναύλωτος — η, ο (για πλοίο) αυτό που δεν ναυλώθηκε, δεν μισθώθηκε με ναύλο …   Dictionary of Greek

  • εκναυλωτής — ο ο πλοιοκτήτης που παραχωρεί με ναύλο το πλοίο του …   Dictionary of Greek

  • εκναυλώνω — και εκναυλώ ( όω) (Α ἐκναυλῶ) παραχωρώ σε άλλον το πλοίο μου με καθορισμένο ναύλο αρχ. βγαίνω από το λιμάνι …   Dictionary of Greek

  • εκναύλωση — η παραχώρηση τής χρήσης πλοίου με ναύλο …   Dictionary of Greek

  • επίβαθρον — ἐπίβαθρον, το (Α) [βάθρον] 1. ναύλο για επιβίβαση 2. μίσθωμα, ενοίκιο 3. διόδια 4. επιβάθρα 5. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἐπίβαθρα (ιερά) θυσίες κατά την επιβίβαση σε πλοίο 6. φρ. α) «ἐπίβαθρον ἀοιδῆς» βάθρο για αοιδό β) «ἐπίβαθρον ὀρνίθων» το… …   Dictionary of Greek

  • μυστοδόκος — μυστοδόκος, ον (Α) αυτός που δέχεται ή περιέχει τους μύστες ή τα μυστήρια («δόμος μυστοδόκος» η Ελευσίνα, Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μύστης + δόκος (< δέχομαι), πρβλ. μυλο δόκος, ναυλο δόκος] …   Dictionary of Greek

  • ναυλέπλοιον — ναυλέπλοιον, τὸ (Α) ναύλο πλοίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ναῦλον + πλοῖον] …   Dictionary of Greek

  • ναύλος — Μια από τις κύριες περιοχές της σύμβασης ναύλωσης, ναυτικής ή εναέριας, είναι το τίμημα που οφείλει να πληρώσει το πρόσωπο (ναυλωτής) προς το συμφέρον και για λογαριασμό του οποίου ο πλοιοκτήτης (εκναυλωτής) διαθέτει είτε κατά τη διάρκεια μιας… …   Dictionary of Greek